To Αλικούντι είναι ένα μικρό νησί στην Τυρρηνική θάλασσα, βόρεια της Σικελίας. Είναι ένα από τα επτά κατοικημένα νησιά που αποτελούν το Αρχιπέλαγος των Αιολίδων, γνωστά ως Νησιά του Αιόλου. Αποτέλεσμα της σεισμικής δραστηριότητας στην περιοχή για μια περίοδο 260.000 ετών, πήραν το όνομά τους από Έλληνες άποικους προς τιμήν του μυθολογικού ταμία των ανέμων, Αιόλου. Το Αλικούντι, αυτός ο μεγάλος ηφαιστειακός κώνος που προεξέχει από τη θάλασσα, είναι το πιο απομακρυσμένο από αυτά τα νησιά και αυτό με τον μικρότερο πληθυσμό. Αριθμεί πια περίπου 80 κατοίκους. Πολλοί έχουν μεταναστεύσει και κάποια σπίτια έχουν ερημώσει.

Έχοντας μια εντυπωσιακή δόμηση, με πλήρη απουσία δρόμων, το χωριό αναπτύσσεται από κάτω προς τα πάνω ξεκινώντας από το μικροσκοπικό λιμάνι. Υπάρχει ένα δίκτυο από σκαλοπάτια και χωμάτινα μονοπάτια. Δεν υπάρχουν αυτοκίνητα στο νησί, τα γαιδουράκια είναι ο μόνος τρόπος μεταφοράς. Ο ηλεκτρισμός έφτασε εδώ περίπου 15 χρόνια πριν. Ιστορικά το Αλικούντι πρέπει να ήταν ένα άγριο μέρος για να ζει κανείς, με τους ντόπιους να επιβιώνουν ψαρεύοντας ή καλλιεργώντας την απότομη πλαγιά. Πλέον υπάρχουν και κάποια λίγα καταλύματα για τουρίστες και κάποια χρήματα από τον τουρισμό ωστόσο δεν χωράει καμία σύγκριση με τα υπόλοιπα, τα κοσμοπολίτικα, νησιά του αρχιπελάγους.

Την πρώτη φορά που ήρθα εδώ ήταν από περιέργεια. Ακολουθώντας μια φίλη που ήξερε καλά το μέρος, το είδα σαν μια καλοκαιρινή περιπέτεια. Είχα εντυπωσιαστεί από τις περιγραφές αλλά ακόμα δεν το είχα δει. Όταν τελικά έφτασα, το νησί με μάγεψε. Ήταν ένας συνδυασμός ευφορίας και μελαγχολίας αυτό που ένιωθα. Μπροστά στα μάτια μου η ομορφιά αυτού του μικρού μέρους που το περιέβαλε η θάλασσα. Στην καρδιά μου μπορούσα να νιώσω την απομόνωση που το κράτησε αυθεντικό.

Οι κάτοικοι δεν έδειχναν ανοιχτοί ή φιλικοί, με τα πρόσωπά τους σκληρά και σημαδεμένα, μαρτυρώντας μια δύσκολη ζωή σε αυτό το τραχύ και απομακρυσμένο μέρος. Αποτελούσαν για μένα έναν άγνωστο κόσμο που μιλούσε μια γλώσσα που δεν γνώριζα. Σκέφτηκα πως αυτό θα ήταν μεγάλη πρόκληση για μένα μα στην πορεία είδα ότι ήταν επίσης πολύ απελευθερωτικό. Ήμουν εντελώς ξένη.
Επισκέφθηκα το νησί ξανά και ξανά επιθυμώντας να το γνωρίσω. Σύντομα συνειδητοποίησα οτι αυτός ο άγνωστος κόσμος ήταν τόσο ανοιχτός προς εμένα όσο ανοιχτή ήμουν και εγώ απέναντί του.

Εντυπωσιασμένη από αυτά τα πρόσωπα που έβλεπα γύρω μου άρχισα να έρχομαι σε επαφή με τους κατοίκους ζητώντας να τραβήξω το πορτραίτο τους. Μέρα με τη μέρα, μέσα από τον κάθε έναν από αυτούς τους ανθρώπους, ο δεσμός μου με το νησί μεγάλωνε. Σύντομα είδα πως δεν ήμουν μόνο εγώ που αποζητούσα την επικοινωνία. Συχνά με προσκαλούσαν για φαγητό ή να πάω για ψάρεμα μαζί τους. Ήταν ευγενικοί μαζί μου και το ίδιο περίεργοι για μένα όσο και εγώ για εκείνους.

Μέχρι τώρα έχω επισκεφθεί το Αλικούντι τρεις φορές. Αν και πέρασαν αρκετά χρόνια ανάμεσα στην δεύτερη και την τρίτη επίσκεψή μου, τίποτα δεν φάνηκε να έχει αλλάξει στο νησί. Οι άνθρωποι ακόμα δουλεύουν σκληρά για την επιβίωσή τους. Ακόμα συναντιούνται στο λιμάνι όταν έρχεται το πλοίο. Καθημερινά έρχονται αντιμέτωποι με τον ήλιο σε αυτό το ασταμάτητο πάνω κάτω πηγαίνοντας προς τα σπίτια και τις δουλειές τους. Κοιτάζουν τη θάλασσα ή ίσως αυτό που υπάρχει πέρα από αυτή. Ονειρεύονται. Και όπως για όλους μας, ο χρόνος περνάει, για να σταματήσει μόνο για ένα κλάσμα δευτερολέπτου καταγεγραμμένο σε μια φωτογραφία που τράβηξε κάποτε ένας ξένος περνώντας από εδώ.